Ο ρόλος της οικονομικής αβεβαιότητας στο κενό επενδύσεων και απασχόλησης της ελληνικής οικονομίας
Η οικονομική αβεβαιότητα δρα ως ανασχετικός παράγοντας στις επιχειρηματικές αποφάσεις για επενδύσεις και απασχόληση. Η εξέταση της περίπτωσης της ελληνικής οικονομίας, η οποία διένυσε μια περίοδο διαδοχικών και παρατεταμένων κρίσεων, αναδεικνύει ότι η οικονομική αβεβαιότητα φέρει μια σημαντικά αρνητική επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα, με την έντασή της να διαφοροποιείται ανά κλάδο, μέγεθος επιχείρησης, αλλά και ανάλογα με τις μελλοντικές προσδοκίες των επιχειρήσεων. Αξιοποιώντας δεδομένα από τις Έρευνες Οικονομικής Συγκυρίας, κατασκευάζονται νέοι δείκτες αβεβαιότητας για την ελληνική οικονομία, οι οποίοι σχετίζονται θετικά με υφιστάμενους συγκεντρωτικούς δείκτες και επιπλέον επιτρέπουν την εξέταση της αβεβαιότητας τόσο στο σύνολο της οικονομίας όσο και ανά κλάδο και επιχείρηση.
Τα αποτελέσματα για το σύνολο της οικονομίας υπογραμμίζουν ότι η αύξηση της αβεβαιότητας επηρεάζει αρνητικά τις επενδύσεις και την απασχόληση, με σημαντική ένταση και διάρκεια η οποία ξεπερνάει το έτος. Ενδεικτικά, όσον αφορά το σύνολο της οικονομίας, εκτιμάται ότι έως το 40% της μείωσης της απασχόλησης την περίοδο 2010-2013, καθώς και το ένα τρίτο του καταγεγραμμένου επενδυτικού κενού έναντι της ΕΕ την περίοδο 2009-2015, μπορούν να αποδοθούν στην αβεβαιότητα. Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται σημαντική ετερογένεια και ασυμμετρία στις επιδράσεις της αβεβαιότητας ανάλογα με την κατεύθυνση των επιχειρηματικών προσδοκιών, τον κλάδο δραστηριότητας και το μέγεθος της επιχείρησης. Συμπερασματικά, η ποσοτική μέτρηση και συστηματική παρακολούθηση της αβεβαιότητας επιτρέπουν αφενός την έγκαιρη καταγραφή των προκλήσεων που εγείρονται για τις επιχειρήσεις αναφορικά με τα σχέδια τους για επενδύσεις και θέσεις απασχόλησης, αφετέρου προσφέρουν πολύτιμη τεκμηρίωση για το σχεδιασμό και την υλοποίηση μέτρων πολιτικής που θα στοχεύουν στην άμβλυνση των αρνητικών επιπτώσεων από περιόδους έντονης αβεβαιότητας και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας.
Μέρος της μελέτης έχει δημοσιευθεί στο τεύχος 63 του Οικονομικού Δελτίου της Τράπεζας της Ελλάδος.

